Τα τακούνια και το Δέντρο των Χριστουγέννων
-Να πάρεις μια κότα…
-Μάλιστα,
-Να την ξεπετσιάσουν, πρόσεξε τι λέω, και να κόψουν και τον κώλο,
-Αποκλείεται, δεν παίρνω τέτοια κότα,
-Για το παιδί είναι όχι για σένα, κάνε τι σου λέω, πάρε και ψωμί απ’ το φούρνο,
-Εν τάξει,
-Και ένα γάλα, ένα μόνο, μπλε…
-Φεύγω,
-Περίμενε, πάρε και υλικά για τοστ, τυρί χωρίς λιπαρά και όχι καπνιστές βλακείες και τέτοια, θα το πετάξω,
-Τέλειωνε έχω δουλειά,
-Να πάρεις και ψωμί για τοστ πολύσπορο, όχι τις βλακείες που μου φέρνεις,
-Δεν μπορώ να ψάχνω μια ώρα να βρω το πολύσπορο, έχουν είκοσι ειδών κομμένα ψωμιά,
-Δεν έχουν είκοσι μόνο δέκα έχουν, όλο υπερβολές είσαι, φύγε. Τον κάλεσε μόλις ήταν έτοιμος να βγει απ’ το μαγαζί,
-Να μην ξεχάσεις και μπανάνες,
-Εγώ να μην ξεχάσω, εσύ δεν μου το ‘πες, άντε τώρα μην πω τίποτα,
-Και μη τυχόν σταματήσεις στο Βαγγέλη, μη νομίζεις πως δεν ξέρω τι κάνεις, το νου σου. Σταμάταγε τελευταία στο καφενείο που τον περίμενε το ούζο που παράγγελνε περνώντας για τα ψώνια, στον Βαγγέλη τον Αλβανό, έτσι με ονομάσανε, Βαγγέλη, το ‘πινε σχεδόν στα όρθια και νόμιζε πως δεν τον καταλάβαινε κείνη, στην αρχή δεν του ‘πε τίποτα, σαν το παράκανε του όρμισε, και τι να κάνει … αραίωσε τις επισκέψεις.
Γυρίζοντας βρήκε να βήχει τον έναν απ’ τα τσιλιβυθράκια, τον παρκάρισαν εκεί μην έχοντας άλλη λύση, και μια σακούλα με μπότες κι ένα ζευγάρι χαμηλά παπούτσια της καγκελοφρυδάτης που έπρηξε τη μάνα της τηλεφωνικά να μην τον πλησιάζουν, θα κολλήσετε και χαθήκαμε, και εντολή να την πάρει τούτος για οδηγίες.
-Λέγε, τη ρώτησε, τι θέλουν τα ρημάδια,
-Ποια ρημάδια μπαμπά,
-Τα παπούτσια που μου ‘στειλες,
-Α, το ένα ζευγάρι, οι μαύρες, είναι καινούργιες αλλά γλιστράνε και θέλουν τακούνια,
-Αυτό θα πω, τακούνια,
-Ναι αλλά όχι ψηλά, χαμηλά,
-Εν τάξει, χαμηλά,
-Και το ίδιο χρώμα,
-Τέλειωνε,
-Το άλλο ζευγάρι, οι καφέ, είναι δουλεμένες αλλά γλιστράνε, και θέλουν τακούνια προφανώς,
-Και προφανώς, δεν μπορείς να μου πεις και για τις δυο πως θέλουν τακούνια, αλλά προτιμάς να περιγράψεις και το χρώμα,
-Μπαμπά,
-Λέγε να τελειώνουμε κάποτε,
-Το τρίτο το ζευγάρι…
-Γλιστράει κι αυτό,
-Πώς το κατάλαβες, αλλά ίσως χρειάζεται και σόλες,
-Παιδάκι μου, αν βάλει σ’ αυτό σόλες, θα γίνουν άρβυλα,
-Κάνε τι σου λέω, Μπαμπά, ξέρει ο τσαγκάρης,
-Και γω ξέρω αλλά…
-Μπαμπά είπα, ξέρει ο τσαγκάρης, λοιπόν σ’ αφήνω, και του ‘κλεισε το τηλέφωνο, η μοσχομυρωδάτη, κι αυτός έβγαζε καπνούς απ’ τ’ αφτιά, Τρία ζευγάρια αρβυλοπάπουτσα που χρειάζονται τακούνια και τον έπρηξε, δέκα λεπτά χαμένα, σκέφτηκε και χαμογέλασε, πάλι καλά που χουμε και τέτοια.
Πήρε τη σακούλα και σταμάτησε στον κουρέα, πέντε ευρώ η φάση, ζήταγε κι έκοβε απόδειξη,
-Θωμά, για ποιον τσαγκάρη μου ‘λεγες τις προάλλες, ήταν δυο οι παπουτσήδες, ο ένας δίπλα στον άλλον,
-Βγάζουν μεροκάματο τώρα, αυτοί κι οι γυναίκες που επισκευάζουν ρούχα, ξέρεις,
-Ναι Θωμά, ξέρω, η κρίση τα ‘φερε στην επιφάνεια,
-Ο διπλανός είναι, στο ίδιο μαγαζί με πρώτα, δεν άλλαξε τίποτα.
-Τι κάνουν και πότε να ‘ρθω, ρώτησε, ά και με τούτα τα πατούμενα που γλιστράνε, γίνεται τίποτα,
-Πώς δε γίνεται, ορίστε μ’ αυτό το λεπτό σόλιασμα ούτε θα φαίνεται ούτε θα γλιστράει, Είχε δίκιο γαμώτο μου, μουρμούρισε,
-Πολλά σας φαίνονται, ρώτησε κείνος σαν του ‘πε το κόστος,
-Κρατήσατε το παλιό τραπεζάκι της δουλειάς και τη μηχανή και τα εργαλεία, και βλέπω τα ράφια γεμάτα με παλιά παπούτσια, παρατήρησε,
-Ναι τα κράτησα και κάνουν τη δουλειά τους μια χαρά, του πεθερού μου είναι του Σωτήρη του Στεργιάκη απ’ τα Χανιά, έχουμε μάλιστα και το ίδιο όνομα,
-Πήρες θυγατέρα του, καλά έκανες,
-Ναι τη δεύτερη, δήλωσε με καμάρι ο Γιώργος που κράτησε τα παλιά σύνεργα του τσαγκαράδικου, Ξέρετε, αυτά τα εργαλεία καθώς και το τραπεζάκι, συνέχισε κείνος, τα τράβηξε παλιότερα φωτογραφίες κάποιος και τα ‘βαλε σε βιβλίο, μου το ‘πε ο Θωμάς,
-Άμα λάχει και σε ρωτάνε απαντάς πως δουλειά σου είναι τσαγκάρης, τον ρώτησε τούτος,
-Ναι γιατί όχι, το ψωμί μου βγάζω, γιατί να μην το λέω.
Στον Γιώργη τον Στεργιάκη, τον γαμπρό του Σωτήρη Στεργιάκη, του Κρητικού τσαγκάρη, που κρατήσανε κι οι δυο τους τα παλιά καλά εργαλεία και τιμούνε τα, έγραψε στο εσώφυλλο δίνοντάς του τη Λίστα του Τσαγκάρη και κείνος τον κοίταξε, όπως κοιτάνε οι καλοί άνθρωποι.
Γύρισε σπίτι του και κατέβασε το κουτί με τα υλικά για το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
-Παππού να βοηθήσω;
-Κι απέ πώς θα στολίσει η γιαγιά το δέντρο χωρίς εσένα και τον έτερο Καπαδόκη, θα ‘ρθει κι εκείνος, να του κρατήσετε στολίδια.
